Η ερωτική επιθυμία, όταν δεν εκδηλώνεται μέσα από την πράξη αλλά γεννιέται και τρέφεται από την απόσταση, αποκτά έναν ιδιαίτερο υπαρξιακό και κινηματογραφικό χαρακτήρα. Στις ταινίες "Οι Απέναντι" (1981) του Γιώργου Πανουσόπουλου και "A Short Film About Love" (1988) του Krzysztof Kieślowski, ο έρωτας δεν είναι συνάντηση, αλλά παρατήρηση. Πρόκειται για δύο έργα που, αν και προέρχονται από διαφορετικά πολιτισμικά και κοινωνικά συμφραζόμενα, συνομιλούν μέσα από ένα κοινό βλέμμα: το βλέμμα προς τον "άλλο" που μένει πάντα απέναντι.
__
Ο έρωτας ως μονόπλευρη παρατήρηση
Και στις δύο ταινίες, η σχέση του ήρωα με τον απέναντι ερωτικό πιθανό σύντροφο δεν βασίζεται στην αλληλεπίδραση, αλλά στη μονομερή παρατήρηση. Ο ήρωας στους "Απέναντι", ένας νέος φοιτητής, παγιδευμένος στη ρουτίνα και τη ζέστη, παρακολουθεί από το μπαλκόνι του μια μυστηριώδη γυναίκα. Αντίστοιχα, στο φιλμ του Κισλόφσκι, ο νεαρός Τομέκ παρατηρεί καθημερινά τη Μαγκντα από το παράθυρο με τηλεσκόπιο, προβάλλοντας πάνω της τις δικές του ανάγκες και φαντασιώσεις.
Το βλέμμα εδώ δεν είναι ηδονοβλεπτικό με την επιθετική έννοια, αλλά βαθιά μελαγχολικό και μοναχικό. Η ερωτική επιθυμία διαμορφώνεται και αποκρυσταλλώνεται ακριβώς επειδή μένει αδρανής, εγκλωβισμένη στην απόσταση. Η παρατήρηση γίνεται η ίδια η εμπειρία του έρωτα, όχι ο πρόλογος μιας σχέσης.
Στους "Απέναντι", ο Πανουσόπουλος χρησιμοποιεί επαναλαμβανόμενα μοτίβα: το μπαλκόνι, το απέναντι παράθυρο, οι μικρές μετατοπίσεις στο σώμα της γυναίκας. Η κάμερα είναι σχεδόν εγκλωβισμένη, όπως και ο ήρωας. Το αστικό καλοκαίρι της Αθήνας αποπνικτικό, γεμάτο θόρυβο, κίνηση, αλλά και απόλυτη απομόνωση. Η εικόνα διαρκώς υπονοεί, χωρίς να αποκαλύπτει.
Ο Κισλόφσκι στο "A Short Film About Love" χειρίζεται το χρώμα με συναισθηματική ακρίβεια. Η ζεστή παλέτα των εσωτερικών χώρων αντιπαρατίθεται με τη σκοτεινή μοναξιά της νύχτας. Το βλέμμα του Τομέκ μέσα από το τηλεσκόπιο δεν είναι απλώς μέσο καταγραφής, αλλά τρόπος να συνδεθεί με έναν κόσμο που του λείπει. Η κάμερα κινείται με λεπτότητα ανάμεσα στον πόθο και την ντροπή.
Ήρωες
Οι δύο παρατηρητές είναι ριζικά διαφορετικοί. Ο Έλληνας ήρωας είναι νέος, γεμάτος ορέξεις για την ζωή, το σύμπαν , τον κόσμο . Ερωτεύεται με πάθος την γειτόνισσα και μητέρα φίλης του. Εκείνη σαγηνευτική, γοητευτική και αρχικά απρόσιτη.. μέχρι;
Ο Πολωνός Τομέκ είναι νεαρός, αγνός και δειλός. Η Μαγκντα, από την άλλη, είναι σαφής, σωματική, υπαρκτή, αλλά συναισθηματικά απόμακρη. Όταν η παρατήρηση τελειώνει και η συνάντηση γίνεται πραγματικότητα, η σχέση διαλύεται — και η ισορροπία ανατρέπεται. Η παρατήρηση έχει δώσει τη θέση της στην αποκάλυψη, και η αποκάλυψη πονάει.
_
Στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, ο αστικός νέος των "Απέναντι" είναι παγιδευμένος σε έναν κόσμο ανεκπλήρωτων ρόλων και στατικών σχέσεων. Η Αθήνα λειτουργεί σαν συναισθηματικός καθρέφτης: πολυκατοικίες, θόρυβοι, μοναξιά. Η επιθυμία μοιάζει πολυκατοικιακή — εγκλωβισμένη σε τσιμεντένια κουτιά.
Στην Πολωνία του Κισλόφσκι, ο έρωτας είναι ηθικό και φιλοσοφικό ερώτημα. Δεν υπάρχει απλώς ως πάθος, αλλά ως δοκιμασία: πώς βλέπεις τον άλλον; Τι σημαίνει να τον επιθυμείς; Τι κάνεις όταν επιτέλους έρχεται κοντά σου;
Το βλέμμα είναι η πρώτη, και ίσως η πιο ουσιαστική, μορφή ερωτικής επαφής. Και στις δύο ταινίες, η ερωτική σχέση δεν εξελίσσεται ποτέ πραγματικά. Αντιθέτως, υπονοείται, προβάλλεται, νοείται. Το παράθυρο, το μπαλκόνι, το τηλεσκόπιο, λειτουργούν ως ενδιάμεσοι χώροι μεταξύ του "εγώ" και του "εσύ".
Ο Κισλόφσκι και ο Πανουσόπουλος δημιούργησαν δύο ταινίες που ανήκουν σε διαφορετικά σύμπαντα, αλλά που ενώνονται στην καρδιά της ερωτικής αναμονής. Της αναμονής εκείνης που ποτέ δεν βρίσκει λύτρωση, γιατί ίσως δεν την επιζητά στ' αλήθεια.
Μμ ποιος ξέρει άραγε — ο Κισλόφσκι είχε δει τους "Απέναντι";
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου